ευρετήριο

το
1. κατάλογος ονομάτων ή αντικειμένων συνταγμένος κατά αλφαβητική σειρά, στον οποίο αναγράφεται η θέση που βρίσκεται καθένα από αυτά, με σκοπό την ταχύτερη ανεύρεση τού εκάστοτε ζητουμένου
2. ως επίθ. «ευρετήριο σημείο» — το σημείο στο οποίο ανατρέχει κάποιος για να βρει κάτι, οδηγός, ένδειξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρετής. Απόδοση ξεν. όρου (πρβλ. λατ. repertorium). Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευρετήριο — [эврэтирио] ουσ. о. перечень,end каталог, указатель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευρετήριο — το καταγραφή ονομάτων ή πραγμάτων με κάποια σειρά που διευκολύνει την εύρεσή τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Афанасий Дьяк — греч. Αθανάσιος Διάκος …   Википедия

  • -τήριο — τήριον, ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη ουδετέρων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία απαντούσε αρχικά σε ουσιαστικά, παράγωγα τών αρσενικών τού δράστη ενέργειας σε τήρ* (ανάλογος είναι και ο σχηματισμός τών επιθέτων σε τήριος, ενώ και ορισμένα ουσ …   Dictionary of Greek

  • έλεγχος — (I) ο (ΑΜ ἔλεγχος) 1. έρευνα, εξέταση για να διαπιστωθεί η αλήθεια, η ακρίβεια, η γνησιότητα, η ορθότητα («ο έλεγχος τών πληροφοριών, τής τήρησης τών δρομολογίων, τών προϊόντων, τών αποφάσεων κ.λπ.») 2. (για θεωρίες, απόψεις κ.λπ.) έρευνα για… …   Dictionary of Greek

  • βρίσκω — και βρέσκω (AM εὑρίσκω) 1. συναντώ κάποιον ή κάτι που ζητούσα, ανταμώνω 2. ανακαλύπτω κάτι χαμένο 3. φθάνω σ αυτό που επιδίωκα 4. ανακαλύπτω τυχαία, συναντώ κατά τύχη 5. εφευρίσκω, επινοώ, μηχανεύομαι 6. έχω από παράδοση, αποκτώ από κληρονομιά 7 …   Dictionary of Greek

  • κρυπτογραφία — Σύστημα γραφής μηνυμάτων με σκοπό τη μυστική αναμετάδοσή τους. Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί ένα σύνολο κειμένων, πινάκων, κλειδιών και μηχανισμών διαφόρων τύπων, που επιτρέπουν να μεταβάλλεται ένα φανερό μήνυμα σε κρυπτογραφημένο ή αντίστροφα.… …   Dictionary of Greek

  • πατρολογία — Κλάδος της θεολογίας που ασχολείται με τη μελέτη του βίου και ιδίως με την έρευνα και τη σπουδή των συγγραμμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας. Εδικότερα, η π. εξετάζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας των πατέρων, τη γνησιότητα ή μη των έργων τους,… …   Dictionary of Greek

  • ρεπερτόριο — το, Ν 1. το σύνολο τών θεατρικών ή μουσικών έργων που ερμηνεύονται από έναν θίασο, ένα συγκρότημα ή, γενικά, μια καλλιτεχνική ομάδα για μια ορισμένη περίοδο, δραματολόγιο («το φετινό ρεπερτόριο τού εθνικού θεάτρου είναι πλούσιο») 2. το σύνολο τών …   Dictionary of Greek

  • σύλλαβος — ο, ΝΜ νεοελλ. (στη Δυτική Εκκλησία) κατάλογος που περιέχει τις διάφορες αιρέσεις μσν. πίνακας ονομάτων, ευρετήριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. syllabus, i «κατάλογος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.